Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Απασχολήσεις εκπαιδευτικών σε δύσκολους καιρούς


Βρισκόμαστε σε μια χρονική περίοδο που το Υπουργείο Παιδείας ασχολείται με τις αποσπάσεις εκπαιδευτικών σε διάφορους φορείς και οργανισμούς. Επανειλημμένως, έχει τεθεί το ερώτημα: Σε ποια ή σε ποιες θέσεις πρέπει να υπηρετεί ο εκπαιδευτικός;

Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η υπηρεσία που πρέπει να προσφέρει ο εκπαιδευτικός, δηλαδή ο δάσκαλος με την ευρεία έννοια του όρου, είναι να βοηθήσει τους μαθητές του να αναπτύξουν ισόρροπα τις γνωστικές, ψυχοκινητικές και συναισθηματικές τους δυνάμεις. Όμως, για να υλοποιηθούν αυτοί οι στόχοι πρέπει ο εκπαιδευτικός να συμμετέχει στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Συνεπώς, η θέση του είναι η σχολική τάξη και μόνο αυτή. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα;

Χιλιάδες είναι οι εκπαιδευτικοί που βρίσκονται αποσπασμένοι σε διάφορες υπηρεσίες και γραφεία (ΥΠΔΒΜΘ, Π.Ι., ΙΕΚ, ΠΕΚ, Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, Ακαδημία Αθηνών, Διευθύνσεις και Γραφεία εκπαίδευσης, γραφεία Υπουργών και άλλων πολιτικών κτλ.). Ελάχιστοι από τους αποσπασμένους εκπαιδευτικούς προσφέρουν εκπαιδευτικό έργο, όπως αυτοί που είναι αποσπασμένοι στα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, στα κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, στα ΕΚΦΕΕ, στα ΚΕΔΔΥ  και ενδεχόμενα σε κάποια ΙΕΚ. Η πλειονότητα όμως των αποσπασμένων εκπαιδευτικών είναι επιφορτισμένοι με διοικητικά καθήκοντα.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι; Πώς αντιμετωπίζεται αυτή η κατάσταση;

Θεωρώ ότι είναι πολύ απλή η απάντηση: Οι υπηρεσίες αυτές να προσλάβουν διοικητικούς υπαλλήλους και ο μέγιστος αριθμός των εκπαιδευτικών να επιστρέψει στα σχολεία. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις κάποιες αποσπάσεις μπορεί να γίνουν και ίσως να είναι επιβεβλημένες, όπως: 1) για να καλυφθούν οι θέσεις των προϊσταμένων εκπαιδευτικών θεμάτων στις Διευθύνσεις των νομών και στο ΥΠΔΒΜΘ (θέσεις που προϋποθέτουν άτομα με γνώση της εν γένει λειτουργία της εκπαίδευσης), 2) για να λειτουργήσουν τα περιβαλλοντικά κέντρα εκπαίδευσης ή τα ΚΕΔΔΥ και 3) για να λειτουργήσει σε σωστή βάση η πρακτική άσκηση των μελλοντικών εκπαιδευτικών (αποσπάσεις στα Πανεπιστήμια, τα ΤΕΙ και την ΑΣΠΑΙΤΕ).
Όμως μια τέτοια λύση ενδεχομένως να μην συμφέρει κάποιους εκπαιδευτικούς, γιατί επιθυμούν να υπηρετούν στο τόπο όπου έχουν τα συμφέροντά τους. Πολύ σεβαστό ένα τέτοιο αίτημα. Και σε αυτή την περίπτωση νομίζω ότι  μπορεί να βρεθεί κάποια λύση. Να τους επιτραπεί να μεταταγούν σε αυτές τις διοικητικές θέσεις και μάλιστα με προτεραιότητα. Έτσι, και αυτοί θα είναι ικανοποιημένοι και η εκπαίδευση κερδισμένη. Ας εξετάσουν οι αρμόδιοι το θέμα και να δώσουν τη σωστή λύση.    

Ευγένιος Καραβίας, ο Ιθακήσιος


ΣΧΟΛΙΟ:  Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πριγκηπονήσων κ. Ιωσήφ στην ομιλία του κατά τον Αρχιερατικό Εσπερινό και την Θεία Λειτουργία για την εορτή του Αγίου Ραφαήλ στο Περαχώρι της Ιθάκης, έκανε αναφορά στον Ιθακήσιο κληρικό και ενθομάρτυρα Ευγένιο Καραβία. Με την ευκαιρία αυτή παραθέτω βιογραφικά στοιχεία για τον Ευγένιο Καραβία (Πηγή: Βικιπαίδεια  http://el.wikipedia.org/wiki/Ευγένιος_Καραβίας)


Ο Ευγένιος Καραβίας (1752-1821) ήταν Έλληνας Επτανήσιος κληρικός, εθνομάρτυρας, μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως, και μετέπειτα Αγχιάλου. Γεννήθηκε στην Ιθάκη στις 27 Ιανουαρίου 1752. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευστάθιος. Σε νεαρή ηλικία έδειξε μεγάλη κλίση στα γράμματα και φοίτησε στα σχολεία της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Στη συνέχεια, παρακολούθησε την Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, όπου και χειροτονήθηκε κληρικός. Στη συνέχεια μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου και διετέλεσε δάσκαλος των παιδιών των Φαναριωτών Ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας Ιωάννου Καρατζά και Αλέξανδρου Καλλιμάχη. Τον Μάρτιο του 1808, κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Γρηγορίου του Ε΄, εκλέχτηκε μητροπολίτης Φιλιππούπολης, αλλά παρέμεινε στη θέση αυτή για μικρό χρονικό διάστημα καθώς διώχτηκε από τους Τούρκους. Το 1813 μετατέθηκε στη μητρόπολη Αγχιάλου, στα βουλγαρικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, όπου υπήρχε σημαντικό ελληνικό στοιχείο. Τα έτη 1816-18 ο Ευγένιος Καραβίας διετέλεσε συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το συγγενή του στρατιωτικό Βασίλειον Καραβία.
Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821 βρήκε τον Ευγένιο Καραβία στην Αγχίαλο. Τον αφορισμό της Επανάστασης από το Πατριαρχείο και την επικύρωση της εγκυκλίου του, ελάχιστοι μητροπολίτες αρνήθηκαν να υπογράψουν. Μεταξύ αυτών, ο Μητροπολίτης Ευγένιος δεν υπέγραψε τον αφορισμό, αλλά και αρνήθηκε να τον διαβάσει δημόσια όταν το ζήτησαν οι Τούρκοι. Οι τουρκικές αρχές τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Κωνσταντινούπολη στις φυλακές του Μποσταντζή μαζί με τους συλληφθέντες επίσης επισκόπους Δέρκων Γρηγόριο, Εφέσου Διονύσιο, Νικομηδείας Αθανάσιο, Αδριανουπόλεως Δωρόθεο, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ και Τυρνόβου Ιωαννίκιο.
Την ημέρα του Πάσχα, 10 Απριλίου 1821, μετά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, στην κεντρική πύλη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι Τούρκοι, μέσα στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων, μετέφεραν τον Ευγένιο και τους μητροπολίτες Εφέσου Διονύσιο και Νικομήδειας Αθανάσιο, σε διάφορα σημεία της πόλης όπου και τους απαγχόνισαν. Συγκεκριμένα τον Ευγένιο τον κρέμασαν στη Πύλη του Γαλατά παρά την ομώνυμη γέφυρα. Στο στήθος και των τριών μητροπολιτών έφεραν υβριστική επιγραφή ως προδότες και αποστάτες.
Τα σώματά τους παρέμειναν κρεμασμένα επί τριήμερο, μετά την αποκαθήλωσή τους, αφού σύρθηκαν και διαπομπεύθηκαν ατιμωτικά στους δρόμους της πόλης από τουρκικό όχλο αλλά και Εβραίους στη συνέχεια ρίχτηκαν στη θάλασσα. Λίγες ημέρες μετά ανασύρθηκαν από κάποιους ευσεβείς Χριστιανούς όπου και τάφηκαν κάποια στο Επταπύργιο και άλλα σε κοντινό νησί απροσδιόριστου σημείου.