Δευτέρα, 2 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ




 Διάβασα χθες (1/10/2017) στο SCIENCE του «ΒΗΜΑΤΟΣ» ένα διαφωτιστικό άρθρο του κ. ΑΛΚΗ ΓΑΛΔΑΔΑ, στο οποίο αναφέρεται ότι το Υπουργείο Παιδείας της Μεγάλης Βρετανίας κάλεσε 500 κινέζους εκπαιδευτικούς για να μεταδώσουν στους συναδέλφους τους το δικό τους τρόπο διδασκαλίας των μαθηματικών. Η αφορμή δόθηκε από το γεγονός ότι οι μαθητές της χώρας τους κατέκτησαν την 4η θέση στους διεθνείς διαγωνισμούς. Παρεμπιπτόντως αναφέρεται ότι τις τρεις πρώτες θέσεις κατέκτησαν οι μαθητές της Σιγκαπούρης, του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν αντίστοιχα.  Επιπρόσθετα, το Υπουργείο Παιδείας δαπάνησε 45 εκατομμύρια ευρώ για να μεταφράσει όλα τα βιβλία των μαθηματικών του δημοτικού σχολείου (βιβλίο μαθητή, βιβλίο εκπαιδευτικού και βιβλίο διαγωνισμάτων) της σειράς με τον τίτλο «Shanghai Mathematics”, προκειμένου να αρχίσει άμεσα η διδασκαλία των μαθητών στα δημοτικά σχολεία της χώρας με βάση αυτά τα βιβλία.
Συνεχίζοντας την μελέτη του συγκεκριμένου άρθρου πληροφορούμαστε ότι:

  •   Τα παιδιά στην Κίνα περνούν ατέλειωτες ώρες στην τάξη και όποιος μαθητής δεν κατανόησε το μάθημα της ημέρας ακολουθεί αμέσως ενισχυτική διδασκαλία. Τέλος, από τον δάσκαλο απαιτείται μέχρι την επόμενη ημέρα να μην υπάρχει μαθητής που να έχει κενά στη μάθηση.
  •  Πρώτα ο εκπαιδευτικός στοχεύει στην απομνημόνευση της ύλης από τον μαθητή και μετά στην περαιτέρω κατανόηση και εμβάθυνση των εννοιών.
  • Ο μέσος όρος εργασίας στο σπίτι είναι σχεδόν τριπλάσιος από αυτόν του ευρωπαίου μαθητή με επιπλέον εργασία τα Σάββατα κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας.
  • Πολλά δημόσια σχολεία είναι συνδεδεμένα με το διαδίκτυο εις τρόπο ώστε να υπάρχει δυνατότητα στον καθένα από το σπίτι να παρακολουθεί το μάθημα και μάλιστα να επεμβαίνει κάνοντας παρατηρήσεις σε μαθητές και διδάσκοντες.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω διερωτάται κανείς: 1) τα εγχειρίδια των μαθητών και του εκπαιδευτικού και η μέθοδος διδασκαλίας είναι οι μόνοι  παράγοντες που καθορίζουν τον βαθμό της επιτυχίας των μαθητών στον τομέα των μαθηματικών; 2) Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται η εκπαιδευτική διαδικασία επηρεάζουν το αποτέλεσμα της μάθησης, όπως: ο τρόπος άσκησης της διδασκαλικής εξουσίας, το κατάλληλο ψυχολογικό κλίμα της σχολικής τάξης, οι ώρες εργασίες του μαθητή στο σχολείο και στο σπίτι, οι ελεύθερες ώρες που έχει ο μαθητής να παίζει και να ξεκουραστεί κτλ. ; και 3) Η μάθηση κάτω από πίεση είναι αποτελεσματική;    
 Για να απαντήσει κανείς σ’ αυτά τα ερωτήματα πρέπει να επικαλεστεί τα πορίσματα των επιστημών της αγωγής αναφορικά με το «πώς μαθαίνει ο μαθητής» μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και με τη λιγότερη σπατάλη νοητικής ενέργειας. Έτσι, μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση, ο τρόπος προσφοράς της ύλης των μαθηματικών στα κινέζικα βιβλία και η μέθοδος διδασκαλίας των εκπαιδευτικών να είναι πιο κοντά στις απόψεις της σύγχρονης ψυχολογίας της μάθησης και ως εκ τούτου σ’ αυτόν τον παράγοντα να αποδώσει κανείς τη διάκριση των μαθητών, όμως δεν μπορεί να παραγνωριστούν και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται η εκπαιδευτική διαδικασία (ατέλειωτες ώρες διδασκαλίας στην τάξη, ενισχυτική διδασκαλία και πολύωρη μελέτη στο σπίτι).
Ο παραπάνω προβληματισμό μας, δηλαδή ποια από τις δύο κατηγορίες παραγόντων μάθησης συντελεί περισσότερο στην αποτελεσματικότερη μάθηση, ενισχύεται από το γεγονός ότι στον αντίποδα του κινέζικου εκπαιδευτικού συστήματος από πλευράς περιβάλλοντος μάθησης και συνθηκών εργασίας στο σχολείο και στο σπίτι βρίσκεται το Φιλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο έχει μεγάλο βαθμό ελευθερίας επιλογής μαθημάτων και βιβλίων και πολύ ελάχιστη εργασία για το σπίτι και όμως και αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα έδωσε την ευκαιρία στους μαθητές τους να διακριθούν σε αρκετούς διεθνείς διαγωνισμούς (PiSA).  
Από τον σχολιασμό λοιπόν όλων αυτών των καταστάσεων διαφαίνεται ότι η «χρυσή τομή» είναι ίσως προτιμητέα. Έτσι, θα ήταν προτιμότερο οι εκπαιδευτικοί της Μεγάλης Βρετανίας να εστιάσουν την προσοχή τους στον τρόπο της διδασκαλίας του μαθήματος και στα βιβλία του κινέζικου εκπαιδευτικού συστήματος που θα μεταφράσουν και ενδεχομένως σε κάποια θετικά σημεία των συνθηκών εργασίας των μαθητών και να τα δοκιμάσουν στην πράξη, κρατώντας όμως τις παιδαγωγικές αρχές και σεβόμενοι την προσωπικότητα του μαθητή.
Το αν και κατά πόσο «οι μεταμοσχεύσεις» αυτού του είδους θα επιτύχουν θα το δούμε προσεχώς. Είναι όμως προτιμότερο σε κάθε περίπτωση (σύμφωνα με τον συγγραφέα του άρθρου) να νοιάζεται κάποιος για το πώς οι επιδόσεις των μαθητών θα βελτιωθούν από το να ασχολείται με τον τρόπο επιλογής των σημαιοφόρων στο δημοτικό σχολείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου