Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Η αισθητική του ονείρου. «ατραπός» στους Κύπριους Ποιητές


Ομιλία της κ. Μαρίας Περατικού- Κοκαράκη
Στο 32ο Συμπόσιο Ποίησης

Αξιότιμοι Κύριοι και Κυρίες,
                                                της ποίησης και της ευαισθησίας
                                                                                Καλημέρα σας.

«Τρία τινά την ποίησιν συνθέτουσι στοιχεία
δι’ ων επιτυγχάνεται πνεύματος ευτυχία
Λόγος, ρυθμός και νόημα αυτήν αποτελούσι
τα δύο δ’, άνευ του ενός ποίησιν ου ποιούσιν».

Οι στίχοι, μας φανερώνουν μια αυτούσια αισθητική, σε συνάρτηση με το άνοιγμα της ατραπού του ονείρου.  Ανήκουν στον απλό άνθρωπο, αγρότη, με τη γνήσια – αυθεντική κι αυθόρμητη γραφή. Παναγιώτη Θεοδώρου απ’ το μοναδικό του βιβλίο «Αρετής και Αρμονίας Ποιήματα».  Μ’ αυτούς τους στίχους διάλεξα να ξεκινήσουμε το βηματισμό προς την ατραπό της ποίησης και του ονείρου.

Κι ο νομπελίστας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης για τον κοινό τούτο τόπο της ποίησης καταθέτει τη δική του αισθητική απόχρωση:  «Ποίηση ώ Αγία μου ‘συγχώρεσέ με’ αλλ’ ανάγκη να μείνω ζωντανός να περάσω απ’ την άλλη όχθη».

Κι η άλλη όχθη ... το όνειρο.  Συναίσθηση ποικιλόμορφη, πολυκύμαντη, διαπλατισμένη, ασύνορη, αδέσμευτη.  Αίσθηση, η οποία απηχεί την αδήριτη και καθημαγμένη αναγκαιότητα, που επιβλήθηκε στους Κύπριους Ποιητές η ονειρική διάσταση απ’ τη μια.  κι απ’ την άλλη η ιστορική μας μοίρα.  Μια μοίρα, η οποία ερήμην, μάς υποβλήθηκε απ’ τη γεωγραφική του νησιού θέση.


Νίκου Κρανιδιώτη:  Η άλλη όχθη
                «Και βάζει ο Ερμής
                σ’ αυτούς που αγάπησε
                τα φτερά του ονείρου, πέδιλα»

Και απ’ τον ίδιο ποιητή το:  «Ονειρικό»
                «Και μόνο ο αγέρας ψιθυρίζει μες στα φύλλα
                ξυπνώντας τον απόηχο του ονείρου.»

Κυρίες και Κύριοι, ομότεχνοι και μη, θα δοκιμάσω να σας δώσω στον ολιγόχρονό μου, τη δική μου λεκτική άποψη – παρουσία και αίσθηση του ονείρου.  παρουσιάζοντας την «ατροπό» την οποία οι Κύπριοι Ποιητές, του ημικατεχόμενου κι ακριτικού του ελληνισμού νησιού μου, βάδισαν με τους στίχους τους.  δίνοντας. τους πόθους, τον πόνο, τα βάσανα, τις λαχτάρες, τις ελπίδες, τους καημούς τους! 

Συνοδοιπορώντας με τους στίχους τους, δεν θέλησα με κανένα τρόπο να ομαδοποιήσω χρονολογικά ή θεματικά ή ιδεολογικά την ποίησή τους.  αφού και το ίδιο το όνειρο δεν υποτάσσεται ούτε περιχαρακώνεται σε τίποτα απ’ όλα αυτά.  Έχει εγκαταλείψει τον «νατουραλισμό» πριν ακόμα εμφανιστεί ως όρος.  Άλλωστε είναι ξεκάθαρο πως δεν μπορεί να λογιστεί ποιητής χωρίς όνειρο.  Το όνειρο έχει μόνο φτερά –  πετάγματα και την επιβλητική παρουσία μέσω του αισθησιασμού.

Η Κυπριακή Ποίηση προζυμώθηκε και ζυμώθηκε όπως κι η καθολική με δύο δυναμικά δομικά στοιχεία:  τον κοσμογονικό έρωτα και το όνειρο.  Το όνειρο έχει την «εκφραστική προβληματιστική» του, που διαμαρτύρεται, κηρύσσει, επιγράφει ακόμα και ιδιαίτερες ανθρώπινες στιγμές.  Τοιουτοτρόπως δια του ονείρου πραγματώνονται τα κοινωνικά, πολιτισμικά, ακόμα και τα εθνικά δρώμενα.

Υποκειμενικές καταβολές της ποίησης, έρωτας και όνειρο, σε σχήμα χιαστί άρρηκτα αλληλοδεμένα, αποτελούν το βασικό πυρήνα και το φρασιολογικό συνδυασμό της έμπνευσης και του λόγου, ώστε να σμιλευτεί ο στίχος – το ποίημα  Το όνειρο σπάει τον κλοιό του υποκειμενισμού κι αποδεσμεύει τον ποιητικό ατομικισμό, για ν’ αφεθεί στο διφυή χώρο του.  Σε συνέχεια, χαρακτηρίζεται από την άυλη διαχρονική του διάσταση και την ασύνθλιπτη αιωρούμενη ειμαρμένη των πραγμάτων όψη.  Δεν υπάρχουν κανόνες.  Η προοπτική εξαλείφεται και μένει η αναγκαία απεικόνιση.
Μπροστά σ’ αυτή τη λυρική ιωνική έξαρση, που ανάλογα με την αίσθηση και αισθησιασμό του ονείρου, ανεβαίνει σε ρεμβώδη, δυσθεόρατα ύψη της δημιουργικής φαντασίας, απ’ την οποία κορφολογούν οι Κύπριοι Ποιητές τις ιδέες, τις έννοιες της ποίησής τους.  Διαμέσου, λοιπόν, του ονειρικού εξεζητημένου της εμορφιάς και του ωραίου, επιχειρούν με ρεαλιστικά πια συναισθηματικά σύνεργα, να λύσουν κάθε προβληματισμό, δυσκολία και να κινηθούν μέσα στην παράδοση, την κουλτούρα, την ιστορία.  Την πορεία της ίδιας της ζωής!

Οι Κύπριοι Ποιητές απαλλαγμένοι απ’ τους συμβατικούς και συμβιβαστικούς όρους, πλοηγούνται με το όνειρο.  κατορθώνοντας να ονοματίσουν την ποικιλία των ενσυναισθημάτων (σύμφωνα με τους Gardner και Golleman) την ποιητική ουσία.
Κώστα Μόντη:   
                «Τα όνειρά μας έφυγαν κρυφά
                στις μύτες των ποδιών μας».

Και συνεχίζει στο ομότιτλο ποίημά του ένας από τους μεγάλους της Κύπρου ποιητής, του οποίου τα ποιήματα έχουν αφεαυτά την αξιολογική τους ονειρική αυτονομία.
                                Όνειρα
                «Γιατί τα μεμφόμαστε;
                Ήξεραν πάρα πολύ καλά
                πόσο έτοιμοι ήμαστε να τα εγκαταλείψουμε
                πόσο έτοιμοι ήμαστε να τα συμβιβάσουμε.»

Το όνειρο, μπορεί με τη σύνθεσή του να προκαλέσει τέτοια μορφοκεντρική αίσθηση, η οποία αναπτύσσει ένα οπτικό πεδίο που συναρπάζει φωτίζει την αισθητική ονειρική δυναμική των σκηνικών του φυσικού περιβάλλοντος.  Η φύση ως γενικότερη θέαση εισβάλλει και με έμμεσο και με άμεσο ονειρώδη τρόπο στην ποίηση του Σωτήρη Βαρνάβα ο οποίος αλιεύει αισθητικά τις επινοήσεις του, απ’ τα δοξολογικά της φύσης τοπία.  Δίνει ερεθίσματα πολυεπίπεδης ερμηνευτικής στάθμης.  Με αφοπλιστική αμεσότητα καταγράφει σε συγκινησιακό επίπεδο και με θαυμαστή εμπνοή τη θεαματική των πραγμάτων.  Ξετυλίγει τους δωρικούς συγκινησιακούς στίχους με μια αποκρυσταλλωμένη διαισθηντική διείσδυση και εντρύφηση στην ατμόσφαιρα του ονείρου:

                «Άπειροι παλμοί πόθου
                κρατάνε ξύπνιο το όνειρο».

Οι αναλογίες ανάμεσα στο όνειρο και τη φύση υπερβαίνονται.  Η έμπνευση σπρώχνεται και ταιριάζεται στο ποιητικό αποτέλεσμα, που αναζητά και αναδεικνύει την εσωτερικότητα κι όχι μια απλή φυσιολατρική – φυσιοκρατική αναπαράσταση.  Κάθε της φύσης στοιχείο – αντικείμενο λειτουργεί αυτόνομα χωρίς να επηρεάζεται απ’ το μέγεθος.  Το μέγεθός το δίνει η ποιητική δημιουργικότητα του Σωτήρη Βαρνάβα, η οποία κατορθώνεται με μια παλινδρομική αρμονία ανάμεσα στην αίσθηση του ονείρου και της φυσιολατρικής διαμόρφωσης.

Μια άλλη ποιητική του δημιουργία:
                «Χίλιες στιγμές λικνίζει
                το όνειρο στην κούνια κάθε βράδυ»

Οι στίχοι του Αμμοχωστιανού αείμνηστου Θεδόση Νικολάου, μας κατακλύζουν κτυπώντας τις χορδές της υπαρξιακής μας συνειδητοποίησης, η οποία πηγάζει απ’ τη χαρακτηριστική εσωτερικότητα του διαισθητικού ονείρου:

                «Δεν υπάρχει χώρος να ονειρευτούμε
                Η σπορά των ονείρων προϋποθέτει ένα κομμάτι ουρανό»

ο Σοφοκλής Λαζάρου:       «Ήταν η γη εδώ χλωρή
                                                                εδώ κοιμόταν το όνειρο
                                                                το ζούσαμε στον ύπνο του λωτού»

Οι στίχοι του Λεύκιου Ζαφειρίου εκκρίνουν μια αμφιθυμία με επαυξανόμενες εκδοχές του ονείρου με τη συχνή χρήση των επιθέτων...

                «...στραπατσαρισμένο το όνειρο
                όνειρο φονικό
                όνειρο αταξίδευτο
                όνειρο φλογισμένο
                περιστρεφόμενο κάθετο
                πολυώροφο
                όνειρο αντικαθρέφτισμα σεληνόφωτος»

Η Νάσα Παταπίου πάλι εκφράζει τη θηλυκή όψη του ονείρου, την οποία μεταμορφώνει σε υποκειμενική και καθαρά προσωπική διακύμανση:
                «Μα πάνω απ’ όλα ήμουν ποιητής
                και θηρευτής ονείρων
                τοξότης του έκπαγλου
                των λέξεων γητευτής.»

Στον αντίθετο τόνο και υπαινικτικότητα αλλά και με στιλπνή επιφάνεια η Ανδριάνα Κρητικού:
                «Εγώ δεν είμαι ποιητής
                είμαι ένας ιχνηλάτης
                του ονείρου».


Αλλού, με μια προσωπική επίγνωση μεταποιεί το όνειρο με μια εντελώς προσωπική της συνταγή καταργώντας κάθε κανόνα και μέτρο επακριβώς στις διαστάσεις του ονείρου:
                Μια κούπα ενοχή
                Δύο κούπες θλίψη
                Τρεις κούπες αγάπη για όλο τον κόσμο
                ...

Του Ανδρέα Μακρίδη η ποίηση συνδυάζει τα ετερόκλητα εκείνα στοιχεία της φαντασμαγορίας του ονείρου.  Δράττουν το σπινθήρα εκείνο. και το «κλικ» των υπερρεαλιστικών στιγμών:  στη δική του εκφραστική ιδιοτυπία και στην ικανότητά του να γράφει με καίριο και μεταποιητικό τρόπο:

                «... για τις θάλασσες που εκτείνονται στην πίσω όψη
                των ευφάνταστων ονείρων...»

και αλλού:
                ... «Το όνειρο ανήκει στη νύχτα και στο
                σκοτάδι.  Είναι τα όνειρα που ξεσπούν
                σαν κεραυνοί και κατακτούν απροειδοποίητα
                                                                τους αλλοπαρμένους».

Και ακόμα:
                «Σε ικετεύω
                Έλα προτού ξημερώσει και σβήσουν τα όνειρα».

Ο Λουκής Παπαφιλίππου με ανακουφιστική και νηφάλια γραφή αποδεσμεύει τα πλεονάζοντα της έντασης, στην ονειρική στιγμή:
                «Πήρα τα όνειρά μου
                για εκκλησιασμό».

Ο Τεύκρος Ανθίας με μια δική του ευδαιμονίστικη αυτάρκεια στην «αφασία» του ονείρου γίνεται κομιστής μιας ψυχοπνευματικής καθημερινής ουσίας.  Η ποιητική του ικανότητα απότοκη του χρόνου και του ονείρου:
                ...«Σύμπλεγμα το όνειρό σας έχει γίνει
                γιατί αγαπηθήκατε πολύ».

Και συνεχίζει σε άλλο ποίημα:

                «Το όνειρο είναι υπέρμετρο στην μνήμη
                Κι ο απλός ο Λόγος – αστραπή Αρχαγγέλων –
                ανέμισμα φτερών και φίλτρα αγάπης».

Ο Χρυσόστομος Περικλέους διαπερνά το όνειρο με τους δικούς του στίχους:
                «Εκεί στα σκοτεινά του βυθού
                εμφάνισα το φιλμ των ονείρων μου».

Το ακαθόριστο, το οποίο συνοδεύει το όνειρο είναι ο σπινθήρας, που ξεφεύγει απ’ τις φωτερές ιδιότητές του, για να κομίσει ποιητικούς τρόπους μιας άλλης προοπτικής και οπτικής με τους στίχους του Δημήτρη Γκότση:
                «Τα όνειρά μας είχαμε, παππού χρισμένα
                με ό,τι ξόμπλιασες στον κόσμο τούτο
                είχαν το ύφος και το χρώμα κάθε μέρας»

Ο χώρος, που διατρέχει και ρίχνει τα μαγνάδια του το όνειρο, έχει την αίσθηση του μετεωρισμού.  Γίνεται πεδίο επιβολής πνευματικής και πολιτιστικής παρουσίας, αφού τις πλείστες φορές το «τακτοποιημένο» και «κατακτημένο» περιβάλλον δεν υπάρχει:
                «... που δεν ήρθαν καθώς τα περιστέρια
                τα πάλευκα
                άγγελοι λευκοί των ονείρων»
Και αλλού:            «Ξεστρατίζουν κάθε νύχτα τα όνειρά μας
                                αδέλφια,
                                παίρνουν το δρόμο του προς τα ‘κει».
Οι στίχοι ανήκουν στον Κ. Κατσώνη.

Η Τζένη Κωνσταντινίδη αναπτύσσει χωρίς ρητορισμό:            
                «Στο όνειρο έσμιγε η φωνή σου με τη θάλασσα».

Ο Θεοκλής Κουγιάλης πάλι μας μεταφέρει απ’ ευθείας σε μια ακαριαία διαλεκτική κίνηση του Ονείρου:
                «Στο πιο ακραίο όνειρο
                Και νιώθω λυπημένος»

Η Κυπριακή Ποίηση τροφοδοτείται ασταμάτητα από την ονειρική έμπνευση και τείνει προς μια καθολική σύλληψη της ζωής και των ανθρώπινων καταστάσεων, σ’ ένα οικουμενικότερο κλίμα:

Ο Ξάνθος Λυσιώτης με την πλαστική πληρότητα και υπαινικτικότητα των στίχων του και με μια αισθητική επένδυση γράφει:
                «Ψυχή μου, η πόλη είναι ανοιχτή
                Όσο η κλεψύδρα κυλά ας εγκαταλειφθούμε
                στους εναγκαλισμούς ενός ονειρικού πεπρωμένου».

Και στο ολιγόστιχο ποίημα του Μιχάλη Πασιαρδή με τίτλο:  «Ελπήνωρ» δίνεται το υπόστρωμα μιας ψηλαφητής αίσθησης του ονείρου:
                «Άλλοι ξέμειναν στο νησί
                Άλλοι στο χρόνο
                Αντί στον τάφο τους κουπί ένα φτερό ονείρου.»

Και σ’ άλλο του ποίημα:

                                Αγνοούμενος
                «Τα όνειρα μένουν όνειρα
                μα εσύ όχι
                γι’ αυτό πετιέμαι τα μεσάνυχτα και κλαίω
                που είσαι στο όνειρο
                και δεν σε βρίσκω»

Οι στοίχοι του Λούη Περεντού αναπτύσσονται με μια εικονοποιΐα αναπάντεχου παραλληρισμού:

                                «... όταν η μεγάλη ρουφήχτρα
                                θα δέχεται παθητικά
                                τύψεις, ανάσες, όνειρα»

Των ονείρων οι δίαυλοι συναρπάζουν.  Εφαρπάζουν κυριολεκτικά τη λογική – η οποία είναι ένα «τσίριγμα» για να διαβρωθούν τα τείχη, στον καθολικό πόνο και βάσανα – για να μετατραπεί σε μια αισθητική και να αναπτύξει μια μουσικότητα,  πηγαζόμενη απ’ την αποκάλυψη μιας μορφικής αντιστοιχίας. κι η οποία διαπλέκεται λυτρωτικά μέσα από ένα παρθένο μάτι:             
                «Μάτια που φεύγουν και ξαναγυρίζουν στ’ όνειρο
                πού είναι τα μάτια;»
Γράφει ο αείμνηστος θεατράνθρωπος Δημήτρης Ποταμίτης με τη δική του ριγηλή τελετουργική μορφή, δίνοντας την αντιστράτευση της λογικής.

Τούτο τον μίτο θα χειροπιάσει ο Νίκος Ορφανίδης και με  το αφαιρετικό του ονείρου εισέρχεται μέσω της μητρικής θύμησης με το ποίημα «Πατήματα των αλόγων» έστω και βραχύβια στην άλλη πλευρά.  Θα δράσει με μυητική διαδικασία και σε συνδυασμό με το χρόνο της νύχτας ο οποίος γίνεται κατ’ εξοχή διαισθητικό εργαστήρι, φτιάχνει, υφαίνει, προσφέρει όνειρα.
                «... ολόλαμπρος εισέρχεται στα τοπία της νυχτός
                ο στρατηλάτης άγιος
                μαζί κι οι άγγελοι κι αρχάγγελοι του ουρανού.»

Ο ποιητής Αντώνης Πιλλάς με ονειρική ιδιοσυστασία και ευπρόσληπτη φόρμα θα καταφέρει την αισθητική απόλαυση στο χωρόχρονο του ονείρου:
                «... ν’ ανάψει φως καθάριο
                να σύρει σιγαλά στο καρπερό σκοτάδι του
                τη μήτρα της καρδιάς...»

Ο νυκτερινός του σκοταδιού χρόνος, με του ονείρου την αιτιοκρατία και σ’ άλλους ποιητές επενεργεί αισθηματολογικά υπονοώντας την ονειρική ιχνηλασία.  Αναλυτικότερα:

η Νάντια Στυλιανού
                «Κι έφυγε βιαστικά
                Σε μπλε βαθύ ντυμένη σαν τη νύχτα»

Ο Σάββας Παύλου εκφράζει με συγκεκριμένη διαισθητική εκδοχή στις έννοιες μιας νομοτελειακής εγκυρότητας απ’ την οποία αναδεικνύεται το νόημα και το αναγνωστικό ενδιαφέρον:
                «ανοίγω τα παράθυρα των λέξεων
                να φωτίσουν τη χτεσινή μας νύχτα».

Απ’ τα συγκλονιστικά που διαδραματίζονται στο νυχτερινό κόσμο του ονείρου συμπληρώνει η Αθηνά Χαραλαμπίδου:
                «Οι σκέψεις αλητεύουν τις νύχτες
                ψάχνουν για ηλιογέννητες ώρες και ηλιοστάσιο».

Κι ο Χρίστος Χατζήπαπας:  Με μια υπαρξιακή προβληματισμού μπολιάζεται απ’ το μυστηριακό της νύκτας:
                «Γι’ αυτή την πόρτα
                δεν μπορούμε να μιλάμε
                μην ξυπνήσουμε όσους περπατούν
                σαν υπνοβάτες μες στον ύπνο μας».

Ο θεατρικός συγγραφέας και ποιητής Γιώργος Νεοφύτου έχοντας στην κατοχή του και τα σκηνοθετικά σύνεργα στήνει το δικό του ονειρικό υπόβαθρο με εντυπωσιακή απλότητα.  Το όνειρο περιβάλλεται απ’ ένα μυθολογικό φλοιό το οποίο ερμηνεύεται απεριόριστα και σε μια αλληλεξάρτηση με το βιωματικό άκουσμα:

                «Κι η Αργώ στο λιμάνι
                ανάμεσα στ’ άλλα καράβια
                ένα όνειρο με κατεβασμένα πανιά
                αναπολούσε τις ώρες της αναχώρησης.»

Η Ζέλεια Γρηγορίου με τη δική της εκφραστική δυνατότητα φτιάχνει ένα ονειρικό υπόστρωμα απ’ το οποίο εκπέμπεται ο αισθησιασμός της ποίησης:
                «Σε μια αχαρτογράφητη σιωπή
                ένα όνειρο λίκνισμα
                ένα όνειρο ψίθυρος».

Ο Βάσος Λυσσαρίδης για σήμερα μόνο ποιητής, με χαρακτηριστική εσωτερικότητα, συγκλονίζει με τη δική του συγκινητική υψιπετή συλλογιστική ενατένιση, με το πρωτογενές υλικό της αισθητικής του ονείρου.  Και τότε αναπτύσσει το συναισθηματικό άπλωμα:
                «Κλειδώθηκαν τα όνειρα
                κι οι αλυσίδες χρυσοποίκιλτες
                περιλαίμια, βραχιόλια
                τα ξενομίλητα στολίδια».

Το διώνυμο της αισθητικής:  «όνειρο – ποίηση» απλώνεται και στην ατμόσφαιρα του φιλοσοφικού στοχασμού.  Στη διεργασία του απολογισμού ή απολόγου των α-σημάντων ή σημαντικών ή συμπαντικών, προφανείς οι διαπιστώσεις, οι οποίες συνοψίζονται στην ποιητική του ονείρου.  Δραστικότητά του έλλογου με άλογου αγγίζοντας, το υποσυνείδητο των συγκινησιακών κραδασμών και της αισθητηριακής έμπνευσης.  Συντρέχει και διατρέχει τα ασύλληπτα, αδιανόητα, δυσκολονόητα η ποιητική γραφή κάποιων Κύπριων Ποιητών, οι οποίοι κατορθώνουν την εκλογίκευση της «Πλατωνικής ατραπού».  Με την συναίσθηση του λεπτού στοχασμού και στο πολιτισμικό φόντο μιας πολυσχιδής γνήσιας κλασικής έμπνευσης η Ανδριανή  Ηλιοφώτου γράφει:          
                ...«αφανίζοντας την ελπίδα
                της προσμονής πνίγοντας
                τις νοηματισμένες λεπτομέρειες
                των καιρών, των ονείρων».

Ο Κλείτος Ιωαννίδης:  Σμίγει στο όνειρο τη βαρύτητα της λεπταίσθητης ψυχικής θέρμης με τα σύμβολα.  Σύμμεικτα εκρέουν τα συγκλονιστικά ιδεολογήματα της αισθαντικής αξίας του ποιήματος:
                «Όνειρο
                με την επιγραφή:
                «Ο είπα, είπα»
                Ήτανε χαραγμένο σε δόκανο
                Το δόκανο το βρίσκεις
                στο μουσείο
                                                της Σπάρτης»

Κι ο Νίκος Φλόγας:
                ... «Κι απρόσειτο καθ’ όνειρο
                στα τρίσβαθα ριγάει
                του ρημαγμένου νου»

Το όνειρο ενυπάρχει και δρα «υπόσκαφτα» αλλά και στον κόσμο του μεταφυσικού – υπερφυσικού και της βαθύτερης οντολογικής υπαρξιακής συνειδητοποίησης.  Έχει την ικανότητα, όμως, να κινητοποιεί με δυνητική ροή όλα τα συναισθήματα και τη συγκλονιστική ταραχή τους.  Από τούτα αφορμάται η Έλενα Τουμαζή – Ρεμπελίνα

                «Εκεί σε αρπάζει ύπουλα
                Μες στο ηδύτερο όνειρο

Και αλλού:
                «Το κορμί της
                κρατά ζεστό
                τον αρχέγονο λώρο
                του ονείρου».

Ο Πέτρος Στυλιανού με ορμέφυτη έμπνευση παρατηρεί ποιητικά:
                «Εδώ στον Πρωταρά βάφονται ακόμα
                                                γαλάζια τα χρώματα
                Τα όνειρα και η θάλασσα»

Ο τόπος της αίσθησης των ονείρων, κάποτε δυσοίωνος, ή και δύσκολος,  Βαρύς,  χωρίς δυνατή την απτή περιγραφή των συστατικών του.  Ακαθόριστος, θολός, άυλος χωρίς την καθηλωτική βαρύτητα των πραγμάτων, τα οποία ενίοτε κυκλοφορούν στο σκιώδη και στο ασαφές, μεταφέρουν τη μεταλλαγή του θυμικού υποστρώματος.  Δεν είναι όμως αποτρεπτικός. αντίθετα προσφέρει τόπο και τρόπο ποιητικής έκφρασης στη Βασίλικα Πετρόβα –Χατζήπαπα:
                «Σαν η δειλή φλόγα καταλαγιάσει
                κι αποτελειώσω το όνειρό μου
                εσείς αρχαίες μοίρες
                σπλαχνιστείτε με.  Ν’ αντέξω
                το όνειρο ψεύτικη διέξοδος αμηχανεί
                μπρος στην πραγματικότητα της ποίησης.

Το όνειρο, ηλεκτρόνιο. Εκπέμπει κιτρινομπλέ ιριδισμός τέτοιας δυναμικής, που η αχανής πολιτεία των ονείρων πλαστουργείται σ’ ένα ιδιόμορφο ως και προκλητικό ταξίδι.  Ταξίδι που προσφέρει μια ποιητική ενάργεια και εξακοντίζει τις αισθήσεις σε υπερνοητικά και ριγηλά ύψη.

Ο Αντρέας Αντωνιάδης γράφει:
                «... ενώ απ’ το ραγισμένο παράθυρο
                είν’ εύκολο να εξακριβωθεί
                πως ταξιδεύει
                στην ονειρική σιγουριά
                ότι
                το σπίτι δε βρίσκεται
                στην ερημωμένη γειτονιά».

Η Ναδίνα Δημητρίου προστρέχει προφανώς με αισθητική κορύφωση:
                «Τα όνειρα πλωτά
                τα σχέδια γήινα».

Ο Κυριάκος Χ»Λούκας καταθέτει τη δική του ονειρική ποιητική πρόταση, με μια ενδότερη γραφή:
                «Ταξίδια οι αιώνες
                λήθαργοι και λήκυθους
                το όνειρο του Πόντου μένει
                κοιμάται μες στη μέριμνα και στους χυμούς του τόπου.

Η Κούλα Παρασκευά στη συνέχεια:
                Τώρα που ο βόρειος άνεμος
                της λίκμισε τα όνειρα».

Στην ίδια θεματογραφία και κωδικοποίηση του ονείρου με μια ευρύτερη και συμπαντική αισθητική, αιχμαλωτίζει διθυραμβικά τους στίχους:

Ο Μάνος Κράλης:
                «Το κρύο το φιλί στα όνειρά τους
                το ανάβαθο το χώμα.»

Ο Γιώργος Μολέσκης επηρεάζει με τους στίχους του διορθωτικά του κόσμου τη διάρθρωση για να μεταλάβει την ανθρώπινη καθημερινότητα: 
                «Από όνειρο σε όνειρο διευρύνεται ο κόσμος
                και χρειάζεται ένα όνειρο βαθύ σαν ζωγραφιά και σαν ποίηση»

Της Νίτσας Χριστοδούλου οι στίχοι ξεδιπλώνονται με ονειρικό βηματισμό:
                «Μέσα στη διαφανή μαρμαρυγή της ψυχής
                Συλλογίζομαι τη ζωή δίχως όνειρα».

Για το σατυρικό απ’ την Πάφο ποιητή, Ανδρέα Γεωργιάδη το όνειρο αρδεύεται μέσα απ’ τους ανεπανάληπτους διδακτικούς μύθους του Αισώπου με μια καινούργια προσωπική δεκαπεντασύλλαβη στιχουργική:
                «Ένα λιοντάρι έπιασε ένα λαγό στον ύπνο
                κι αμέσως ονειρεύετο ένα μεγάλο δείπνο».

Η δημογραφία του ονείρου με ζωγραφική αισθητική συλλαμβάνεται με την υπόσταση της αφθαρσίας των χρωμάτων του υποσυνείδητου και συγκλονίζεται με τη διάσωση της ποίησης δίνοντας ομότιτλα του ονείρου ποιήματα.  Προανέφερα τον Νίκο Κρανιδιώτη, τον Κώστα Μόντη. 

Τα ομότιτλα του διαιώνιου ονείρου συνεχίζουν με τη δική τους αισθητική αντίληψη στην πραγματικότητα της ποίησης τους οι:


Ο Ανδρέας Χριστοφίδης επανεκτιμά τους δικούς του φιλοσοφικούς στοχασμούς στην ουσιαστικότερη κι ανάλαφρη όμως παρουσία:
                                Όνειρα
                «Τη νύχτα περπατούν σιωπηλά τα όνειρα
                επιστρέφουν στους κοινούς τόπους των πρώτων ημερών.»

Ο Σταύρος Χ. Σταύρου μεταπλάθει την ενδότερη πιεστική ανάγκη σε παραστατική εικονοπλασία η οποία εκφράζεται με δυνατού συμβολισμού εικόνες, που αποτελούν τον αναγκαίο συνειρμό του «γίγνεσθαι»:
                                Γυάλινα τα όνειρα
                «Γυάλινα τα όνειρα στο έλυτρό τους μέσα
                του εύθραυστου η επιγραφή με γράμματα αδρά»

Και αλλού:            Οργή του ονείρου
                «Οργή του ονείρου
                απ’ τα κλειστά τα βλέφαρα ο απόηχος,
                ο κόσμος του ονείρου φίλιωσε
                με το κακό της μέρας»

και συνεχίζει ο ποιητής, το οδοιπορικό του ονείρου με εμβληματική ενσυναίσθηση, με αιθέριο κυματισμό εσωτερικού ρυθμού σε κατασταλαγμένη προσωπική έκφραση απλή και καίρια στους δεκαπεντασύλλαβους του:
                «αλάργα από τ’ ανθρώπινα είναι τ’ αγγελικά
                άλλου του ονείρου η πνοή, κι άλλο η ζεστή αγκάλη».

Συνεχίζοντας δημιουργικά:
                «... μου χαμοσέρνει τα όνειρα και ροβολάνε χαμηλά
                η θλίψη με στενεύει»

Και:        «στραφτάλιζε το όνειρο στα ματοτσίνορά σου»
Τέλος:    ... «στον ξομπλιαστό της φύσης καμβά
                όνειρα κεντημένα».

Η ποίηση του Σταύρου Σταύρου έχει διάσπαρτη την αίσθηση του ονείρου.  Θα μπορούσε κάποιος ν’ ασχοληθεί μόνο με το θέμα του ονείρου στην ποίησή του.

Ο Γιάννης Ποδηναράς με τίτλο:
                                Η σοδειά των ονείρων
                «Στην οργή της ψυχής σου
                .................
                θα δεις όλα τα χρώματα
                να σταλάζουν τη σοδειά των ονείρων»



και με τίτλο Ποιητές στιχοποιεί:
                «σκάβουν λαγούμια
                να φυλάξουν τα όνειρα».

Απ’ τον μουσικοσυνθέτη Φαίδρο Καβαλλάρη το ποίημα με τίτλο «Όνειρο» οι στίχοι:
                «... και περπατούσα
                ψάχνοντας την έναστρη νύχτα».
μας μεταφέρει στο χωρόχρονο, στον οποίο θριαμβικά επιγνώνεται το όνειρο χωρίς περιοριστικές συμβάσεις.  Η νύχτα προσφέρει το νήμα του ονείρου για βαθύτερες υπαρξιακές αντανακλάσεις.

Ο Μιχάλης Πιερής στιχοποιεί τη δική του υπαρξιακή διάσταση των ονείρων του σε μια αποκαλυπτική και συγκεκριμένη ατμόσφαιρα:

                «Σ’ όνειρο πατρίδα
                Ύστερα κτύπησε το ρολόι βγήκα
                απ’ όνειρο
                .....
                Και μες στο βλέμμα του είδα τον πόνο
                καθαρό για την μικρή πατρίδα
                ......»

Και συνεχίζει στο ίδιο ποίημα:
                «Το μυθικό του ονείρου
                Όσο για το πραγματικό της σώμα Αυτό
                το τρώνε οι όχεντρες τα φίδια του βορρά»

Και σ’ ένα άλλο ποίημά του που το τιτλοφορεί: «Άτιτλο – επιλογικό».
                «Και τότε βγήκα απ’ το όνειρο του ύπνου
                δίχως ύπνο κι ήμουν σε χώρα δίχως σύνορα».

Σε κάποιους κύπριους ποιητές το «όνειρο» ορθώνεται και γιγαντώνεται σε μνήμη.  Μνήμη στήριγμα που σώζει απ’ το στέγνωμα της Κίρκης που έχει μαγέψει την εποχή μας. Ο συνδυασμός, όπως και το προηγούμενο ποίημα του Μιχάλη Πιερή που ανέφερα μας παραπέμπει κατ’ ευθεία στη στυφή γεύση της καρδιάς και του μυαλού μας που πηγάζει απ’ την ημικατεχόμενη Κύπρο μας.  Απ’ τη λαβωμένη τόσων χρόνων ιστορία μας.  Το όνειρο γίνεται τώρα κραυγή, διαμαρτυρία και σημαία ενάντια στην αδικία και την προσφυγιά μας.  Το όνειρο γίνεται κήρυγμα και κήρυκας της ελευθερίας και της ειρήνης.  Ταυτίζεται μετά το τραγικό ’74 το όνειρο με τη συναίσθηση και τη λαχτάρα της δικαιοσύνης για να γίνει η αιματοχυμένη σφραγίδα στην Κυπριακή Ποίηση:

Η Μόνα Θεοδούλου στην ποιητική της συλλογή «Το περίσσευμα της σιωπής» έχει ενότητα με υπότιτλο «όνειρο και μνήμη».
                «Ένα δευτερόλεπτο μνήμης
                συναγερμοί ονείρων».

Και:
                Σε διάπλου ονείρου
                ταξιδεύω
                με καράβι αρχαίο
                συναντώ βυζαντινά τρόπαια.

Και ακόμα:          
                Όνειρος έσερνε το χορό
                μέσα στο άδειο σπίτι
                Από κοντά τ’ αδέλφια του
                ο Ύπνος κι ο Θάνατος.

Ο Ανδρέας Πετρίδης ποιητής και κριτικός με μια βαθύτερη ενσυναίσθηση του τόπου μας και της υπαρξιακής διάστασης, επαναπροσδιορίζει το ύψος και το πλάτος της γενέθλιας επικράτειας, πέρα απ’ την κοινή αισθητηριακή εμπειρία του Ονείρου η οποία γίνεται διατυπωμένη ξεκάθαρη καθοριστική μνήμη:
                «Κι αν κάπως περισσότερο μιλάμε
                για τον Πενταδάκτυλο
                ...........
                με καταγωγή ίσως
                τον βράχο με την αιμάτινη μνήμη
                μέρη Καυκάσου.

Το σπινθηροβόλημα του ονείρου συστρέφεται και διαπλατώνεται διαρκώς από το κέντρισμα της ιστορίας» και της μνήμης κάθε λαού.  Και τα δύο απηχούν κι ανοίγουν τις πύλες του «ονείρου της ελευθερίας» και κατορθώνοντας τη σύζευξη και συνέκφραση της εικόνας και του λόγου, το ποθινό με το αληθινό, το οραματικό με το πραγματικό δηλώνοντας αμετάκλητους στόχους, προσμονές, διεκδικήσεις.

Η Αλεξάνδρα Γαλανού με διάφανη απλότητα θα στιχουργήσει τον πόθο κάθε ελληνοκύπριου πρόσφυγα του οποίου το όνειρο μένει ακατάλυτο όπως κι ο πόθος της ψυχής τους.
                «όνειρο η επιστροφή
                κάθε Αύγουστο
                νοικιάζεις ένα ζευγάρι κυάλια
                τα βάζεις στα μάτια
                κι ονειρεύεσαι
                την πολιτεία

Η Ανδρούλα Μούζουρου:
                «... πόθησα το χωριό μου
                το λαχταρώ κι όλο γυρνώ
                σ’ αυτό μες στ’ όνειρό μου»

Η Κατίνα Γιαννακάκη-Παπαστυλιανού εκτυλίσσει και φορτίζει με συγκινησιακή δύναμη τη πιο βαριά λέξη της Κυπριακής ιστορίας:
                «Και: ... Προσκλητήριο:
                Το όνειρο: Αγνοούμενο
                Η ελπίδα:  Αγνοούμενη»

Και ακόμα:
                «Οι σκλαβωμένοι τόποι μας
                παραμένουν όνειρο».

Ο Κώστας Βασιλείου ξεκινώντας από την παρορμητική συγκίνηση της αίσθησης ανατρέπει με αισθητικότητα τα παραδοσιακά αντικαθιστώντας τα, ευθαρσώς με την πανεθνική του πολιτισμού μας ταυτότητα.  Όχι, του ονείρου ταυτότητα μα:
                «Επειδή σκοτώνετε τον ήλιο μου
                για να πλουτίσετε τα σκότη σας
                και μιλάτε για Λάμπουσα[*]
                εκεί που δεν υπάρχει λάμψη».

Αντίποδας στη ρότα του ονείρου οι στίχοι του Άντη Ροδίτη οι οποίοι προσυπογράφουν και στιχοθετούν τη σκληρή αντώνυμη – αντίθεση του,  Τον «εφιάλτη» τόσο του ονείρου, όσο και του Ιούλη του ’74:- 
                «Τώρα που ζωντάνεψαν
                όλοι μας οι εφιάλτες
                προβλέπω».

Για να συνεχίσει η Έλλη Παιονίδου πρόδηλα να θυμίσει τη στέρηση, την απώλεια.  Τα όνειρα μετά την εισβολή μπερδεύονται στο συρματόπλεγμα της απαγόρευσης:
                «Σε πρόχειρο τσιμέντο τα όνειρα χτισμένα
                σημαία το μαύρο φόρεμα απλωμένο».

Ο Πάμπος Κουζάλης με τους λυτούς του στίχους:
                «Καλπασμοί ονείρων, πυροβολισμοί
                μέχρι και πέντε του απογεύματος».

Και η Μαρία Πυλιώτου συμπληρώνει του ονείρου τη στίφη αίσθηση:
                «Οι πευκοβελόνες που τώρα κεντάνε
                τα σταχτιά όνειρα.

Πίτσα Γαλάζη η εξόχως απ’ τη γενιά του ’55 ποιητική της Κύπρου φωνή, βραβευμένη απ’ την Ακαδημία Αθηνών:
                «Τις νύχτες
                που φωτίζει η φωτιά το πρόσωπο
                το χλωμό όνειρο
                ξαναγεμίζουν ευωδιά των κρίνων τα χέρια μου
                που ξανά λευκά
                προβάλλουν απ’ τα πένθιμα ρούχα.»

Ο Άνθος Λυκαύγης στους δεκαπεντασύλλαβους του, παραχωρεί το αποτέλεσμα του ονείρου απ’ το οποίο εκπέμπεται το θησαύρισμα του θαυμασμού της έκστασης και της περηφάνιας:
                Πικρή γενιά που χόρτασες παλικαριά και νιότη
                εσύ λυτρώνεις τ’ όνειρο της Ρωμιοσύνης πρώτη.

Το μεγαλύτερο, το πιο πολυδιάστατο όνειρο στο μυαλό και την καρδιά των ελληνοκυπρίων, το οποίο εισβάλλει σε πολλαπλά επίπεδα, με πολυμορφία ενατενίσεων, με πανσύλλεκτα συνθετικά και με βαθύτερη ουσία και μορφή είναι το «όνειρο της Ελευθερίας».  Ένα όνειρο που καραδοκεί, και κραδαίνει κάθε στιγμή, που έχει πλοκαμιάσει οτιδήποτε αφορά τους ανθρώπους του νησιού της Αφροδίτης.  Όνειρο που διατρέχει: χρονοχώρο και που έχει φυτευτεί και ριζώσει και παραμένει ανεκπλήρωτο, μα όχι πτοημένο, ή έστω και στο ελάχιστο ελλειμματικό.  Το όνειρο της Ελευθερίας.

Πρώτο και τζιβαέρικο αντίδωρο σε τούτη την αίσθηση  που γίνεται όραμα με κάθε ευκαιρία και σε κάθε στιγμή οι στίχοι του αμούστακου απαγχονισμένου ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα 55-59 και ποιητή μας Ευαγόρα Παλληκαρίδη με τίτλο
                                «Το όραμα της Λευτεριάς»
                «Όμως νάτην!  Η νίκη με χαμόγελο φέρνει
                σαν σε όνειρο μέσα τη γλυκειά Λευτεριά.»

Και ξανά:
                ... να ζωντανέψει
                κάθε μας όνειρο
                κάθε μας σκέψη»

Αλλά και το πασίγνωστο της εξέγερσης ποίημά του, που ζωντάνευε στα μάτια όλων τη λευτεριά με υποβλητική και επιβλητική οπτασία παρουσία!
                Θα πάρω μιαν ανηφοριά
                θα πάρω μονοπάτια
                να βρω τα σκαλοπάτια
                που παν στη λευτεριά.

Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης ταυτίζεται με το όνειρό του. και υποβάλει με τους στίχους του το σύγχρονο Ελληνισμό σε εθνική ψυχανάλυση.  Αποστάζει τη σημερινή μας αλήθεια.  Τέμνει κι ανατέμνει τις σημερινές μας πράξεις και υποβάλλει έμμεσα ερωτηματικά, που ζητούν απαντήσεις και έργα σθένους, που θα μας οδηγήσουν να αρθεί η υλική μας μιζέρια και θα προβληθεί το μεγαλείο του πολιτισμού και της προσφοράς στην ιστορική του κόσμου πορεία!

Ο δολοφονημένος λίγους μήνες μετά την εισβολή του ’74 ήρωας της σύγχρονης Ιστορίας μας, ποιητής Δώρος Λοΐζου, έδωσε στη μοναδική του συλλεκτική δίγλωσση ποιητική συλλογή «Ψωμί και Ελευθερία» το δικό του αίμα για να διασωθεί η φυσιογνωμία κι η υπόσταση της αισθητικής του «ονείρου της ελευθερίας».  Την απομνευματώνει συμβολικά για να βιωθεί καθολικά:
                «Τώρα που τα όνειρα
                παίρνουν ουσία και δύναμη».

Και:        Ακούμπησε το μάγουλο στην παλάμη
                κι αφέσου στο όνειρο
                γερμένη στο περβάζι.

Και βέβαια δεν μπορώ να κλείσω τούτη την «ατραπό», που μαζί περπατήσαμε τούτο του Ιουλίου κυριακάτικο πρωινό, χωρίς να μνημονεύσω τους τελευταίους σύγχρονους αδικοχαμένους ήρωες της γης μου, Θεόφιλο Γεωργιάδη και τους δυο εκτελεσθέντες από τους εισβολείς «γκρίζους λύκους» Ισαάκ και Σολωμό.  Τελευταίοι στον κατάλογο των αδικοχαμένων-δολοφονημένων ηρώων της γης μου οι δεκατρείς της Ναυτικής Βάσης στο Μαρί τον περσινό Ιούλιο, οι οποίοι μας γέμισαν δέος και θάμβος εμπρός στην αυτοθυσία, σε κάτι το σεβάσμιο, τρομερό στην έκφραση της ψυχικής τους ρώμης.  Σήμερα στη Λεμεσό τελείται το πρώτο ετήσιο μνημόσυνό τους.  Δάφνινο στεφάνι, κόλυβο και πρόσφορο όλοι οι στίχοι που ακούστηκαν σε τούτο το ποιητικό συνέδριο.  Τούτοι δεν είναι βέβαια ποιητές του ονείρου.  μα πορφύρωσαν το όνειρο της λευτεριάς της ημικατεχόμενης Κύπρου!

Βιβλιογραφία

1.                   Πώς αναλύουμε αισθητικά ένα ποίημα Θεοδ. Νικολάου βιβλ. Εστία.
2.                   Ιστορία Κυπριακής Λογοτεχνίας 1981 Πάνου Παναγιωτούνη Ινστιτούτο διαδόσεως ελληνικών βιβλίων.
3.                   Σημείο Αφιέρωμα στην Κυπριακή λογοτεχνία Εκδ. Κριτικής και λογοτεχνίας 1996.
4.                   Διαλέξεις του Γυμνασίου Λαπήθου.
5.                   Γ. Χατζηκωστή Ευαγόρας Παλληκαρίδης ο ήρωας ή ποιητής, εκδ. Επιφανίου.
6.                   Δώρου Λοΐζου: Ψωμί και Ελευθερία.
7.                   Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών Εκδ. Ταξιδευτής.
8.                   Της Κερύνειας Ποιητική Ανθολογία, Λευκωσία 2002, Γ. Κιτρομιλίδη, Β. Κορφιώτη, Γ. Κωνστάμπεη.
9.                   Δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι (2 τόμοι) Υπουργείο Παιδείας Κύπρου.
10.                Ανδρ. Μακρίδη Υπερρεαλισμός, η κραυγή του πνεύματος, εκδ. Αφή.
11.                Ανδρ. Πετρίδη Ανθολόγηση Ποιητών εκ Πάφου.
12.                Ποιητικές Συλλογές των αναφερθέντων ποιητών.
13. Στην Κυπριακή τοπολαλιά ο Ευαγόρας Καραγιώργης
                                Το όνειρο
                «Ήρτες στ’ ονείρο μου νύχταν τζι έφερνες μηνύματα
                Εψιθύριζές μου κάτι τζι ήμαστεν σ’ έναν παλάτιν».






[*]   Λάμπουσα ή Αχεροποίητος:  Βυζαντινή εκκλησία στην παραλία της κωμόπολης του Καραβά στην επαρχία Κερύνειας, τουρκοκρατούμενη απ’ τους εισβολείς του ’74.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου